Τη δεκαετία του ’50, που αποφασίστηκε ο περίφημος νόμος της αντιπαροχής, χτίστηκε με πολυκατοικίες η Αθήνα και σταδιακά ανά δεκαετία επιβαρύνθηκε τόσο ώστε σήμερα -και συμπληρωματικά κατόπιν του απίθανου νόμου της μεταφοράς συντελεστή δόμησης- να μη θυμίζει δυτικοευρωπαϊκή πρωτεύουσα αλλά βαλκανική ή και αραβική.
Τότε βέβαια ο Κωσταντίνος Καραμανλής που ρωτήθηκε από το «Spiegel», αν δεν κάνω λάθος, είχε δηλώσει απερίφραστα «και τι θέλατε να κάνω, να τους βάλω στο κεφάλι μου;», εννοώντας τον κόσμο που πείναγε στην επαρχία και είχε ανάγκη από δουλειές στην Αθήνα.
Πολλά χρόνια μετά η δεύτερη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Παπανδρέου το 1985 πήρε τα περίφημα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα από την (τότε) ΕΟΚ και πολλά από αυτά τα κονδύλια κατέληξαν -εκτός από τις τσέπες επιτήδειων- σε επιδοτήσεις για πολλά μικρά τουριστικά δωμάτια στα νησιά, άναρχα δομημένα, ξεκινώντας ουσιαστικά την περιβαλλοντική υποβάθμισή τους. Ευτυχώς τα δωμάτια-κοτέτσια δεν έφτασαν σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα.
Σήμερα, αρκετές δεκαετίες μετά, ευτυχώς η χώρα δεν έχει ανάγκη ούτε από κόσμο που πεινάει στην επαρχία και πρέπει να βρει δουλειά στην Αθήνα, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, ούτε φυσικά κυβερνάει ο Ανδρέας στην πρώιμή του φάση.
Από το παράδειγμα, όμως, της Μήλου και του Σαρακήνικου, όπου αποφεύχθηκε μια εξόφθαλμη περιβαλλοντική και πολιτιστική καταστροφή χάρη στη φασαρία και την έντονη δημοσιότητα (από τα… κακά media που πάντα φταίνε και δεν τους πιστώνεται ποτέ κάτι θετικό), αποδεικνύεται ότι ο κίνδυνος διάλυσης του περιβάλλοντος στα νησιά όχι μόνο είναι υπαρκτός, αλλά καλπάζει.
Οποιον και να ρωτήσεις σήμερα -και με την «ασφάλεια» ότι πράγματι με κυβερνητική παρέμβαση ανεστάλη η άδεια που θα έχτιζε στο Σαρακήνικο-, είτε είναι υπουργός είτε είναι τοπική αρχή, θα σε διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε κανένας νόμος που να εμπόδιζε τον συγκεκριμένο ξενοδόχο να χαλάσει το ιδιαίτερο αυτό παγκοσμίως τοπίο.
Ούτε ζώνη προστασίας του Σαρακήνικου από κάποιο νομοθέτημα εν ισχύ, ούτε Προεδρικό Διάταγμα που να απαγορεύει τη δόμηση, τίποτα απολύτως. Και φυσικά, όπως καταλαβαίνετε, τέτοιες περιπτώσεις περιοχών ιδιαίτερου φυσικού κάλλους θα υπάρχουν δεκάδες σε όλη τη χώρα, τις οποίες θα πρέπει ενδεχομένως να βρίσκουν οι πολίτες και να τις δίνουν στη δημοσιότητα ώστε να σταματάνε.
Και το ερώτημα που τίθεται λοιπόν τώρα που η χώρα δεν είναι ούτε στην ανάγκη της δεκαετίας του 1950, ούτε στην άγνοια των 80s, είναι τι ακριβώς θέλουμε να κάνουμε με ό,τι έχει απομείνει στα νησιά μας, αλλά και στην υπόλοιπη περιφέρεια με τον τουρισμό και το περιβάλλον. Τι θέλει ο Μητσοτάκης δηλαδή, γιατί στην Ελλάδα αποφασίζει στο τέλος ένας πάντα και αυτός είναι ο εκάστοτε πρωθυπουργός.
Ασφαλώς και θέλουμε επενδύσεις από μεγάλους και καλούς επενδυτές, ξένους και Ελληνες, θέσεις εργασίας, χαρούμενους πολίτες που μένουν στον τόπο τους να δουλεύουν εκεί και όλα τα σχετικά. Αλλά θέλουμε να κάνουμε Ζάκυνθο ό,τι απέμεινε στις Κυκλάδες, ας πούμε; Το σηκώνει το μοντέλο Ντουμπάι η «φέρουσα ικανότητα» στη Σίφνο, στην Τζια, στην Κύθνο, στη Μήλο, στη Σχοινούσα και στη Δονούσα και γιατί αυτά τα νησιά να μην αποτελούν ένα πιο εναλλακτικό μοντέλο διακοπών από τα κοσμικά Κυκλαδονήσια;
Ολα αυτά φυσικά δεν υπάρχει χρόνος να αποφασιστούν στον δρόμο για τη λήξη της δεύτερης θητείας της κυβέρνησης, γιατί έτσι φαίνεται ότι θα πάει με τους ρυθμούς που ολοκληρώνονται τα Τοπικά Πολεδομικά Σχέδια (τέλος 2026).
Μέχρι τότε θα έχουν βγει μερικές ακόμα χιλιάδες άδειες για μικρά, μεσαία αλλά και τεράστια ξενοδοχεία με χιλιάδες πισίνες, ελικοδρόμια και γήπεδα τένις πάνω στα βράχια. Δίπλα, μέσα ή κάπου κοντά σε τοπία φυσικού κάλλους όχι απαραίτητα το ίδιο γνωστά με το Σαρακήνικο, αλλά το ίδιο όμορφα για να προστατευτούν στο σύνολό τους ως φυσικός χώρος. Και η ζημιά θα έχει γίνει και πάντοτε αυτή θα ακολουθεί την κυβερνητική θητεία και όσους έχουν την ευθύνη.