Τα έχουμε ξαναπεί και όλοι όσοι έχουν ζήσει το πολιτικό σκηνικό -και ασχολούνται- που διαμορφώνεται σε μια χώρα όπως η δική μας θα έχουν διαπιστώσει ότι η αρχή του τέλους της διακυβέρνησης ξεκινάει συνήθως πιο νωρίς, από τη μέση της δεύτερης θητείας

Το λες και κάτι σαν πολιτική κατάρα, ενώ αυτό δεν συμβαίνει κατά κανόνα διεθνώς και πάντως δεν έπρεπε -ή δεν πρέπει- να συμβαίνει ούτε στην Ελλάδα για πολλούς λόγους.

Κατ’ αρχάς, μια δυσαρέσκεια μετά από έξι χρόνια διακυβέρνησης είναι λογική, φωνές κριτικής και αντιπολίτευσης τουλάχιστον από αντικειμενικούς κριτές είναι εξίσου αναμενόμενες, είτε αυτοί είναι πολίτες, είτε media, είτε στελέχη της ίδιας της κυβέρνησης.

Επίσης, να συμφωνήσουμε ότι στην Ελλάδα… είμαστε ολίγον τι ιδιαίτεροι, γιατί το να χάνει στα νοσοκομεία η συνδικαλιστική παράταξη του κυβερνώντος κόμματος μετά από 12 χρόνια μού φαίνεται πιθανό, ας πούμε, από εκείνη του ΠΑΣΟΚ ή παλαιότερα του ΣΥΡΙΖΑ. Το να κερδίζει μια παράταξη που υποστηρίζεται από το ΚΚΕ, ένα από τα λίγα κομμουνιστικά κόμματα της Ευρώπης που είναι με το πάλαι ποτέ καθεστώς της ΕΣΣΔ, εντάξει… πάμε για άλλα.

Για την πρώτη τετραετία της Ν.Δ. έχουμε γράψει πολλά και, ναι, τα περισσότερα είναι καλά, ας μην τα απαριθμούμε, αλλά το βασικό είναι ότι έβαλε την Ελλάδα πίσω στις ράγες μιας κανονικής ευρωπαϊκής χώρας με τα προβλήματά της. Εκτός από το καθεστώς της ολιγαρχίας, όπου εκεί επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη… αναβαθμιστήκαμε, από Βαλκάνια σε Μεξικό.

Στη δεύτερη τετραετία, λοιπόν, αναλώσαμε την πρώτη χρονιά με τη woke agenda που κούρασε και έφθειρε ενώ κατά βάση με νορμάλ χειρισμούς και όχι με επικοινωνιακές ανοησίες θα είχε τελειώσει ο νόμος για γάμους ομοφύλων μέσα στο καλοκαίρι. Και μετά, αρχές του 2025, πέσαμε πάνω στα Τέμπη. Ξυλόλια, τουλόλια, μπαζώματα κ.λπ., μια απέραντη συνωμοσιολογία η οποία κατέληξε στον πλήρη αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης. Και στο τέλος, στην αποσάθρωση της κυβερνητικής λειτουργίας. Αντί να φωνάζει ο κόσμος γιατί ο κ. Μητσοτάκης δεν έφτιαξε τα τρένα μέχρι σήμερα όπως έκανε τόσα άλλα πολύ πιο δύσκολα εγχειρήματα (εθνική άμυνα, Εβρος, φορολογικά, μετανάστες, ψηφιακά), ασχολούμαστε με τις τρέλες της Ακροδεξιάς και της Ακροαριστεράς. Και να το αποτέλεσμα σήμερα!

Δηλαδή πόσο δύσκολο είναι το αυτονόητο, να παραιτηθεί το Δημόσιο από τις εφέσεις για αποζημιώσεις των θυμάτων από το Μάτι και τη Μάνδρα. Γιατί έπρεπε να περάσουν πέντε χρόνια γι’ αυτό;

Με αυτά και με εκείνα το θέμα είναι ότι σήμερα υπάρχει ένα θολό πολιτικό τοπίο, δύο χρόνια πριν την ώρα του, όχι μόνο γιατί η κυβέρνηση έπεσε απότομα στις δημοσκοπήσεις, αλλά και γιατί δεν υπάρχει δεύτερο κόμμα που να προσπαθεί να περάσει το πρώτο και να γίνει κυβέρνηση. Για την ακρίβεια, δεύτερο κόμμα στις δημοσκοπήσεις είναι η Ζωή Κωνσταντοπούλου, δίχως ιδιαίτερες συστάσεις και σχόλια, και τρίτο είναι τα απομεινάρια του ΠΑΣΟΚ. Και μάλιστα με δηλωμένη την άρνησή του να κυβερνήσει με το πρώτο κόμμα εφόσον έτσι προκύψει από την κάλπη.

Σχεδόν σε όλη την Ευρώπη κόμματα με ιδεολογικές αναφορές στην αστική δημοκρατία αλλά έστω και με ουσιώδεις διαφορές «βρίσκονται» και κυβερνούν γιατί έτσι αισθάνονται ότι επιτάσσουν το καθήκον και η κοινή γνώμη. Ο κ. Ανδρουλάκης όμως είπε πολλές φορές όχι -δικαίωμά του- και κατόπιν αυτού εισπράττει αυτή την ηχηρή άρνησή του, αφού από το δημοσκοπικό 20% του Νοεμβρίου βρίσκεται σήμερα στο εξίσου δημοσκοπικό 10%.

Νομίζω, έχει και πιο κάτω. Και δεν εννοώ μόνο πιο κάτω για το ΠΑΣΟΚ, γιατί αυτό είναι αδιάφορο για τη χώρα. Το πιο κάτω είναι να περάσει η Ελλάδα σε μια περίοδο αστάθειας και ουσιαστικής ακυβερνησίας όπου πράγματα που σήμερα θεωρούνται «λίγα και δεδομένα» να λείψουν τάχιστα από την εξίσωση της ανάπτυξης, έστω με τα σημερινά μεγάλα προβλήματά της. Η ελληνική οικονομία δεν έχει δα και κανένα μέγα βάθος ώστε να αντέξει μια παρατεταμένη πολιτική αστάθεια, αρκούν μερικά «κακά μηνύματα» για να πέσει πάλι κάτω.

Αλλά ας γυρίσουμε στην κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη. Η έλλειψη παντελούς σοβαρής αντιπολίτευσης δημιουργεί κάποιες ανακλαστικές κινήσεις όπως τα Τέμπη, αλλά επί της ουσίας δίνει χρόνο στην κυβέρνηση ακόμα και σήμερα. Να αντιδράσει, να λειτουργήσει και να αποφύγει την αποσάθρωση πριν την ώρα της. Να ασχοληθεί με τα μεγάλα ζητήματα που έχει μπροστά της, τα εθνικά που βρίσκονται σε φάση αναζήτησης νέων ισορροπιών, τα καθημερινά που βασανίζουν τον κόσμο όπως η ανομία και η διαφθορά στις πολεοδομίες, η αταξία στο περιβάλλον, η ακρίβεια, η υγεία και πολλά άλλα. Οσο υπάρχει ακόμα κάποιος χρόνος.